Κάποτε ήταν μια πατρίδα

Ακούγεται σαν παραμύθι το να περιγράφεις ότι υπήρχε κάποτε μια πατρίδα που χάθηκε.Αυτή η πατρίδα δεν ήταν βραχύβια,από την εποχή που ο άνθρωπος άρχισε να καταγράφει τα ίχνη του και που το αποκαλούμε ιστορία,αυτή η πατρίδα ήταν στο επίκεντρο των ιστορικών γεγονότων αυτής της φυλής που ονομάζεται Έλληνες.Κάποτε υπήρχε λοιπόν μια πατρίδα που τη λέγαν Ιωνία,μια από τις πολλές πατρίδες που δεν υπάρχουν πια,μα ζουν στις μνήμες των ανθρώπων από γενιά σε γενιά.Το πέρασμα του χρόνου και η αέναη ροή του λειαίνει τις γωνίες,τις αποστραγγίζει από μελανά γεγονότα που συνέβηκαν,πολλοί ηθελημένα δε θέλουν ούτε να ακούν ούτε να σκέπτονται ότι υπήρχε κάποτε αυτή η πατρίδα.Η μνήμη λένε είναι η μυστική είσοδος της ιστορίας,μάλλον λειτουργεί ως ένας καθρέπτης παραμορφωτικός εν καιρώ,και μέσα να μπεις δε θα μάθεις ποτέ τη πλήρη αλήθεια σε όλο της το εύρος,τη μαθαίνεις αποσπασματικά,από περιγραφές των πρωταγωνιστών,από πονήματα που ενέχουν ιδιοτέλεια και υποκειμενικότητα,κυνισμό και ευαισθησία.Κάποτε υπήρχε μια μητρόπολη του νεώτερου ελληνισμού που τη λέγανε Σμύρνη,βρεχόταν στα γαλανά νερά του Αιγαίου,συνομιλούσε με τα νερά του,πηγαινοέρχονταν στις απέναντι ακτές πλήθος ανθρώπων,όπως γινόταν αδιάκοπα αιώνες πριν λεηλατηθεί και αλωθεί ο χώρος από φυλές που ήλθαν από πολύ μακριά.Η ίδια πόλη και σήμερα,στην ίδια θέση,με το ίδιο πανόραμα των αισθήσεων,αλλά χωρίς την ίδια γλωσσολαλιά ούτε τη πίστη που ρίζωσε σε αυτήν πολύ νωρίς,στις απαρχές των αποστολικών χρόνων.Στη θέση της παλιάς ορθώνεται μια πολύβουη μεγαλούπολη με όλα τα προβλήματα που συναντούνται στις σύγχρονες πόλεις.Κι όμως τα πρόσωπα μοιάζουν τόσο ίδια,που ένας αδαής θα ΄λεγε πως βρίσκεται στην ίδια χώρα.Κάποτε υπήρχε μια πόλη που η ελληνική γλώσσα ήταν η μητρική της,ο ήχος της καμπάνας της Αγίας Φωτεινής ηχούσε στα στενά την ώρα που το πολύχρωμο πλήθος των ανθρώπων της ψώνιζε νωχελικά στην αγορά,άμαξες και καρότσες κυκλοφορούσαν βιαστικές πάνω κάτω μεταφέροντας επιβάτες και εμπορεύματα.Από το Μπουρνόβα το βαποράκι κάθε μέρα έκανε δρομολόγιο για το Περαία-πέρα μεριά,ενώ στο Κορδελιό τη πλησιέστερη εξοχή εκτός πόλης γέμιζε τα Σαββατοκύριακα από γελαστές ανθρώπινες φιγούρες και παιδικές φωνές.Και ήλθε το 1922 η αιματηρή εποχή,όλα μεμιάς άλλαξαν.Ο δροσερός αέρας της θάλασσας μύριζε θάνατο,ακόμη κι αυτή η θάλασσα γέμισε πτώματα,βάφτηκε από το κόκκινο χρώμα που κάθε άνθρωπος ως το τέλος του βίου του κουβαλάει.Όλη η πόλη της Σμύρνης,αυτής που σήμερα άλλαξε πρόσωπο και θέλει να ξεχάσει το παρελθόν της πλημμύρισε με αίμα,ενώ οι φλόγες έκαψαν το μεγαλύτερο τμήμα της πανέμορφης πόλης,έργο ανθρώπων της συμφοράς οι οποίοι κλήθηκαν αργότερα να τιμηθούν με παράσημα ανδρείας.Ανθρώπινα ράκη έτρεχαν αλλόφρονα στη παραλία το αποκαλούμενο que,αναζητούσαν κάποιο πλοίο,μια βάρκα να φύγουν,όσο γρηγορότερα να απομακρυνθούν από τον όλεθρο.Με πρόχειρους μπόγους σωστά ερείπια γυναίκες έσερναν τρομαγμένες μικρά παιδιά που απορούσαν κι αυτά τί άραγε να συμβαίνει;Ποιός μας κατατρέχει και ποιός μας κυνηγάει μάνα ίσως να ρωτούσαν στο άγουρο της νιότης.Αν μέσα στην αναμπουμπούλα είχαν τη πολυτέλεια για λίγο να σκεφτούν!Όλοι ήξεραν ποιός τους κυνηγάει και ποιός ήθελε το κακό τους,αλλά δεν ήθελαν ούτε να το διανοηθούν ούτε να το πιστέψουν ότι κάποτε θα γινόταν κι αυτό.Άλλωστε ο γείτονας ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος,κάθε μέρα ζούσαν μαζί,αντάλλασσαν καθημερινά τα προιόντα τους,τους καημούς  και τα ντέρτια τους,η καλημέρα και το μερχαμπά ποτέ μεταξύ τους δεν έλειπε.Όχι,ποτέ ο γείτονάς μας δε θα μας προδώσει,τον ζούμε καθημερινά έλεγαν,τον αγαπούμε και μας αγαπάει!Η γριά Θέκλα με τη νύφη της τη Ζωή μαζί με τη Ζεινέπ έπλεκαν τα απογεύματα στην αυλή,ο παππούς Αριστείδης μετά την εκκλησία στο καφενέ πίνουν καφέ και συζητούν με τον Ερκάν.Πόσες φορές η Ζωή έδινε να δοκιμάσει η φίλη της Σεβγκί νόστιμα σουτζουκάκια που την είχε διδάξει η γιαγιά της,πριν κενώσει στο τραπέζι με το Γιώργο το σύζυγό της να κλέβει από ένα μόλις εκείνη γύριζε τη πλάτη!Αποκλείεται σου λέω,καθησύχαζε το παππού ο Γιώργος που διάβαζε κάθε μέρα τα νέα από την Αμάλθεια.Το πτώμα του παππού στη καταστροφή βρέθηκε αποκεφαλισμένο,και το κεφάλι το κλωτσούσαν παιδιά,ενώ ο Γιώργος δε βρέθηκε ποτέ.Μια νεαρή μάνα ξεμαλλιασμένη με τέσσερα παιδιά,το ένα στην αγκαλιά,ψάχνει τον άντρα της,φωνάζει μήπως την ακούσει κάποιος.Σέρνει το βήμα της καταπονημένη,είναι η Ζωή,η Ζωή που χάνεται και πεθαίνει από έναν άτακτο ιππέα θερίζοντας τη ζωή της,ενώ ένας άλλος χωρίς έλεος θερίζει σαν στάχυα με τη μεγάλη του σπάθα τα τρία παιδιά της.Το τέταρτο σώθηκε από τη Σεβγκί,είχε δεχτεί το δάγκωμα του θεριού αλλά δεν ήταν θανατηφόρο,το μεγάλωσε σαν δικό της παιδί.Κάποτε ήταν μια πατρίδα,βρίσκεται τόσο κοντά και τόσο μακριά..

Advertisements