Η λάβα

Ήταν κάποτε μια ευημερούσα χώρα,τουλάχιστον αυτό φαινόταν,έτσι παρουσίαζαν επί χρόνια την εικόνα της.Οι πολίτες της αγνοούσαν τη δύναμη πυρός που συσσωρεύτηκε στο ηφαίστειο που κόχλαζε κάτω από τα πόδια τους.Δεν ανησυχούσαν ιδιαίτερα,άλλωστε πάνω σε σεισμογενή και ηφαιστειακή ζώνη πυρός περιφέρονται και είναι εθισμένοι από καιρό εις καιρό σε ταρακουνήματα.Το ηφαίστειο της Σαντορίνης είναι σχεδόν ημιλιπόθυμο,από το 1950 έχει να γίνει κάτι σημαντικό,ενώ τα Μέθανα περισσότερο ακούγονται ως προορισμός για θαλάσσια μπάνια παρά για κάτι άλλο,μάλλον είναι ανενεργό,από τη τελευταία έκρηξη έχουν περάσει τριακόσια χρόνια,εκατό λιγότερα από τα τετρακόσια της οθωμανικής παράλληλης έκρηξης στον ελληνικό χώρο!Η πόλις είναι ευημερούσα καθησύχαζαν οι δημογέροντες,αλλά τα πρώτα σεισμικά σημάδια είχαν προβάλλει νωρίς.Το ηφαίστειο πάντως αιφνιδίασε πολύ κόσμο,η λάβα που ξέρασε καίγοντας πολλά νοικοκυριά και οικίες ακόμη κυλάει.Κυλάει,κυλάει νωχελικά,σχεδόν την έχουμε συνηθίσει,ο φούρναρης ζυμώνει ψωμί όπως έκανε πάντα,πρόλαβε,άνοιξε αυλάκι,έτσι η λάβα συνεχίζει τη διαδρομή της σε αργή κίνηση προς το μανάβικο του μπάρμπα Γιώργη.Ο μπάρμπας παρατηρεί τη θερμή χειρονομία του γείτονα με απέριττη υπομονή,σκέφτηκε ότι το πλέον ανώδυνο είναι να σκάψει το αυλάκι προς το μαγαζί της Πηνελόπης της ράφτρας,κι εκείνη αδιαμαρτύρητα θα αλλάξει τη ροή της λάβας προς το κατάστημα της επί χρόνο προκλητικά ανταγωνιστικής Μαργαρίτας που της πήρε τη πελατεία,μέχρι η λάβα να βρει διέξοδο προς τη θάλασσα.Η θάλασσα που ως πανδοχείο απορριμάτων με παντείους τρόπους δέχεται στα σωθικά της στωικά τις παρενέργειες όσων τεκταίνονται στη στερεά επιφάνεια της γης.Πλέον κανείς δε διαμαρτύρεται,κανείς δε παραπονείται,ακόμη κι αν καίγονται τα σπαρτά,αν κάποιος συνοφρύεται δεν του δίνουν σημασία,του υπενθυμίζουν ότι έτσι έχουν τα πράγματα και ότι είναι εκτός τόπου και χρόνου,θα πρέπει να εξοικειωθεί.Οι περισσότεροι άνθρωποι βουβοί,με απλανές βλέμμα ανοίγουν αυλάκια συνεχίζοντας τη ζωή ανάμεσα στα καμμένα.Όλοι συζητούν κάποτε το ηφαίστειο θα πάψει να ξερνάει φωτιά,μα αύριο,μα σε ένα χρόνο,ίσως την επόμενη χρονιά να είναι καλύτερα τα πράγματα.Σβήνουν όμως κάποτε τα γεμάτα απορίες βλέμματα μαζί με τις γήινες προσδοκίες.Το ψωμί του φούρνου δε φτάνει για όλους,κάποιοι νέοι πήραν την απόφαση να φύγουν από την ηφαιστειογενή περιοχή προσδοκώντας καλύτερο πεδίο δράσης,πολύ καλύτερες συνθήκες να απασφαλίσουν την ενέργεια που εκ φύσεως διαθέτουν.Έτσι έκαναν πάντα οι νέοι,πήγαιναν προς την ακτή όπως η λάβα,έπαιρναν το πλοίο που θα έφευγε για άλλες πολιτείες.Οι αυτόκλητα εκλεκτοί τους κοίταζαν από τα περιφραγμένα οικήματά τους αδιάφορα,έτσι έκαναν πάντα.Τότε,όταν οι Αθηναίοι και οι Κορίνθιοι,οι Κυμαίοι και οι Ερετριείς νεαροί έβλεπαν τη λάβα να κατεβαίνει στις πόλεις αυτοί έτρεχαν πανικόβλητοι στις ακτές.Η φυγή τους δεν είχε επιστροφή,όπου θα πήγαιναν εκεί θα άνοιγαν το φούρνο ή το ραφείο τους.Και να,δεκάδες πόλεις φύτρωσαν σε παρθένα μέρη,πιστά αντίτυπα της αγαπημένης πόλης τους που έκαψε στο διάβα της η λάβα.Πόσα παρθένα μέρη να βρει κανείς σήμερα,λιγόστεψαν μέχρι αφανισμού;Όπου κι αν πάει κανείς η λάβα τα σιγοκαίει,η γη δεν ησυχάζει,κοχλάζουν τα ηφαίστεια παντού με λιγότερη ή περισσότερη ένταση.

Advertisements