Η Ελλάδα

Εγώ όταν εζύμωνα ψωμί κι ελευθερία

δεμένη με δεσμά βαριά δε μπόρεσα ν΄αντέξω

να διώξω απ΄το χώμα μου δύο θεριά αντάμα,

τάχα θεματοφύλακες κόσμου παρηκμασμένου,

δυό λωποδύτες ήτανε κι εγώ ανάμεσά τους,

για να φυλάγω μάρμαρα,τιμή,Θεό και χώμα,

την Ελευσίνα φύλαγα,στη Μήλο με ρημάζαν,

στη Σαμοθράκη είχα σκοπιά στη Ρόδο με ληστεύαν,

και η Αθήνα έκλαιγε τα θραύσματα μαρμάρων,

όταν η μπόμπα έσκαγε πάνω στο Παρθενώνα.

Να κι ο αρχαιοκάπηλος από την Αλβιώνα

λάτρης δεινός του κάλλους μου ένας ασχημοψύχης,

στο χέρι να κρατά σφιχτά φιρμάνι του Σουλτάνου,

και στ΄άλλο έτοιμο σφυρί να σπάσει τη καρδιά μου.

Να ο Φειδίας δάκρυσε,κι ο Ικτίνος δε μιλιέται,

κι ο Καλλικράτης τη τελευταία του πνοή,άφησε να μη βλέπει,

τούτα τα επικατάρατα όρνεα που σιμώσαν,

πως τάχα είναι έρωτας να κλέβεις να ρημάζεις,

ό,τι με πόνο η ψυχή δίνει μορφή στη πέτρα.

Εγώ καθώς εζύμωνα ψωμί κι ελευθερία,

δεμένη με δεσμά βαριά άκουσα να μιλάει,

ένας του ήθους ποιητής και ευειδής την όψη,

για κλοπιμαία μάρμαρα,σε θίασο ειδώλων,

εκεί που αρχαιοκάπηλοι πολλά,κράτανε κλοπιμαία,

μ΄ένα χαμόγελο πλατύ περιγελούν το άγος,

μα εγώ θαρρεύω και θρηνώ για το κατάντημά τους.

Advertisements