Έχω μπόλικο σαπούνι στο σπίτι μου

 help-from-above

Ο Σεφέρης κάποτε είχε πει όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει,πώς να μη σε πληγώνει άνθρωπε μου όταν αυτό που ζεις δεν είναι η Ελλάδα των προσδοκιών σου!Εσύ αλλιώς τη φαντάστηκες,διαφορετικά τη σμίλεψες στο νου σου,αυτή σου προέκυψε κουτσή,στραβή κι ανάποδη στο χαρακτήρα..Βλέπεις μια γυναίκα και λες,να,αυτή είναι η γυναίκα της ζωής μου,με αυτήν θα συνεχίσω τη πορεία της ζωής και τη συνέχεια του βιολογικού ρολογιού μου πέραν του σκηνώματός μου.Την ήξερες βέβαια από παλιά,την αγνοούσες,δε σου έλεγε πολλά στις νεανικής τρέλας τα καμώματα,προσπερνούσες τον έρωτα της ζωής!Αυτή για να δελεάσει το υποψήφιο θύμα της ντυνόταν πάντα,ντύθηκε και τώρα προκλητικά,φόρεσε ψηλοτάκουνα με απόκρυφους φελλούς να φαίνεται 1,80,έβαψε,έφτιαξε,περιποίησε τα μαλλιά,έριξε άρωμα και βγήκε στο νυφοπάζαρο μπας και τυλίξει κάποιον.Τι κούκλα,τί όμορφη κοπέλα,τι κορμοστασιά,τι προσωπάκι είν΄αυτό,τι φωνούλα είν΄αυτή,πάμε μωρό μου για καφέ επειδή για κάτι άλλο προυποθέτει τον καφέ πανάθεμά τον,άσχετο αν ήπια από το πρωί άλλους τρεις!Πάει ο πικρός καφές,και να χαμόγελο και σκέρτσο το κορίτσι!Αυτό το κορίτσι,αυτή η μεγαλοκοπέλα δε λέει να μεγαλώσει,σαν την ιτιά,σαν το πλάτανο τα χρόνια της μα από εμφάνιση,η Μόνικα Μπελούτσι δε φτουράει μπροστά της!Εγώ θέλω μου λέει,έναν άντρα ειλικρινή,να τα λέει χύμα και να μη κολώνει,να έχει μάτια μόνο για μένα,και να μ΄αγαπάει τρελά και παθιασμένα!Α έτσι της λέω,έπεσες στη περίπτωση,η ειλικρίνειά μου θα σε καταπλήξει και το πάθος μου για σένα θα είναι ανεξάντλητο..Δεν λέω,είσαι εντυπωσιακή,η φωνή σου σειρήνας τραγούδι στ΄αυτιά του Οδυσσέα,χάρμα οφθαλμών λιμάνι απάνεμο,οσμή λουλουδιών εαρινού δειλινού,αν κρίνω κι από το διακριτικό φιλί στο μάγουλο τότε..,τότε..όλες μου τις αισθήσεις ικανοποιείς,και απομένει ακόμα μία,της γεύσης.Μα εσύ γουστάρεις ειλικρίνεια έτσι δεν είναι?Βρε για κάτσε να σε δω καλά,μου φαίνεται ότι βλέπω μια ρυτίδα πλάι στο δεξί μάτι σου.Και τώρα που σε έχω απέναντί μου ενώπιος ενωπίω παρατηρώ και δύο σακουλάκια καμουφλαρισμένα με πολύ σοβά κάτω απ΄τα μάτια σου.Το βλέπω,το διακρίνω μέσα στα μάτια σου τα διαρκώς βουρκωμένα,κάτω από τις επιστρώσεις του μακιγιάζ βλέπω θλιμμένο πρόσωπο.Κρύβεσαι,επιθυμείς να γίνεις κάτι άλλο απ΄αυτό που είσαι,μα δε το μπορείς κορίτσι μου,όλες οι φίλες σου άλλαξαν,κι όλα γύρω σου επίσης άλλαξαν,μόνο εσύ είσαι η ίδια,με άλλο περιτύλιγμα.Βλάκα,ανόητε,πώς μπορείς να μου λες τέτοια απ΄το πρώτο ραντεβού,ειλικρίνεια ζήτησα,αλλά εσύ είσαι οδοστρωτήρας!Με το μαλακό,λάου-λάου,να μπορώ κι εγώ η καψερή να συνειδητοποιώ ότι μου κάνει καλό τούτη η ειλικρίνεια που σπάει κόκκαλα!Εντάξει δεν είμαι 20ρα σαν τη Μισέλ του new world,ούτε 25ρα σαν τη Κέιτ της γηραιάς Αλβιόνας,μα έχω πείρα και ξέρω τί θέλω,ο χρόνος με κυνηγάει ως θήραμα να με πιάσει και όλο του ξεφεύγω.Εκείνος κυνηγάει εμένα,εγώ κάποτε κυνηγούσα εσένα,τώρα εσύ κυνηγάς εμένα,και εγώ κυνηγάω το όνειρο.Όλα στη ζωή μου ένα κυνηγητό,και όλα ένα άπιαστο όνειρο.Επιτέλους,κάθισε κάτω,μείνε τουλάχιστον εσύ,να σε αγγίξω να πω τάχα ότι άγγιξα το όνειρο.Ρε κορίτσι μου γιατί δε το ΄λεγες νωρίς,να φύγω ή να μείνω,τί πράγμα είσαι συ,με άφηνες να τρέχω από δω κι από κει να με ψάχνεις,ενώ είσαι το λιμάνι του ταξιδιώτη της ζωής?Ναι καλά-καλά ειρωνέψου εσύ,μου απαντά,το λιμάνι όνομα έχει κι όχι τη χάρη που ήξερες,κανένα πλοίο και να το΄θελε δε μπορεί να μπει,επιστρώθηκε με λάσπη και ιζήματα της περιοχής-εσύ το είπες-και πλέον η λάμψη του διατηρείται ως μουσειακό είδος υπό την επίβλεψη μακιγιέρ.Όμως εγώ σε θέλω,πάντα σε ήθελα μα εσύ κυνηγούσες μούσες και νεράιδες,και οι σειρήνες σου πήραν τα μυαλά,δε μπορούσα να κάνω τίποτα,έπρεπε να το θέλεις κι εσύ.Ναι κάλιο αργά παρά ποτέ μάτια μου,κι εγώ σε θέλω της είπα,όπως κι αν είσαι,κουτσή,στραβή,ακόμη κι ανάποδη να είσαι εμένα μου αρέσεις επειδή έμεινες ίδια.Αλλά σε παρακαλώ βγάλε αυτά τα ψηλοτάκουνα,πάτα το χώμα,είναι καλύτερα να πατάς το χώμα γιατί γειώνεσαι,γίνεσαι ένα με τη γη και περπατάς πιο σταθερά.Μα μου λέει,τόσα αγκάθια,τόση λάσπη,τόσα μικρόβια,τόσες πέτρες..,θα ματώσω,δεν αντέχεται το ξυπόλητο.Μπορείς της λέω,το βίωσα παιδί,έτρεχα ξυπόλητο στ΄αγκάθια,πατούσα το ξηρό χώμα,βάδιζα ανάμεσα σε πανύψηλα χόρτα,στ΄αμπέλια,τις ελιές τα χωράφια και πίστεψέ με,ποτέ δε μάτωσαν τα πόδια μου,μόνο καμιά φορά καρφωνόταν κάποιο τριβόλι στη πατούσα και σταματούσα στην άκρη του δρόμου να το βγάλω συνεχίζοντας ξυπόλητο.Ποτέ δε συνάντησα φίδι,όλοι μου λέγανε για τα φίδια και τρόμαζα στην ιδέα τους,όλα σκοτωμένα τα έβλεπα,μόνο σαύρες,αμέτρητες σαύρες να λιάζονται στη πέτρα.Και χελώνες,αμέτρητες χελώνες να περνούν νωχελικά μπροστά μου και να χάνοται στη βαθιά κατάφυτη σκιά του αυλακιού.Έβλεπα και σκυλιά πολλά σκυλιά,ένα θυμάμαι με άρπαξε απ΄το μηρό και ναα το κλάμα ανάμεικτο από φόβο και πόνο.Αλήθεια σου λέω,δε με πήγανε στο γιατρό,μόνο βαμβάκι και οινόπνευμα στο μέρος της πληγής μου έβαλε μια γριά χωρίς πολλά-πολλά και να,δεν έγινα λυκάνθρωπος.Και νερό,πόσες φορές έπινα νερό τρεχούμενο από αυλάκι,και λίγο πιο πέρα τα βατράχια κρώαζαν αδιάφορα μα δεν έγινα βατραχάνθρωπος.Ωραία θα τα βγάλω τα ψηλοτάκουνα μου λέει,αλλά τη λάσπη δε τη μπορώ,ας βαδίσουμε απ΄το ξηρό χώμα,ας σκονιστούμε,έχω μπόλικο σαπούνι στο σπίτι μου..Πάψε ανόητη,πάτα αμέριμνη και κοίτα μπροστά σου,είτε λάσπη πατάς είτε σκληρό χώμα,είτε χαλίκια,μόνο βάδιζε μπροστά,θες να τη πάθεις σα τη γυναίκα του Λωτ?Δε σε θέλω στήλη άλατος,είσαι που είσαι επιστρωμένο λιμάνι,αφαλατωμένο λιμάνι δε γίνεται,τουλάχιστον να μην είσαι στήλη αέναα ακίνητη που βλέπει προς τα πίσω.Έλα πάμε,δε μου έδειξες το τελευταίο κομμάτι των αισθήσεων,τη γεύση,θέλω να δοκιμάσω,πεινάω σα λύκος.Α εντάξει μου λέει,μαγειρεύω καταπληκτικά.!

Advertisements